Ντάκα
Συντεταγμένες: 23°42′07″N 90°22′12″E / 23.702, 90.37 Η Ντάκα (Dhaka, παλαιότερη γραφή Dacca, ঢাকা στη γλώσσα Μπενγκάλι) είναι η πρωτεύουσα του Μπανγκλαντές και η κυριότερη πόλη του Διαμερίσματος της Ντάκα. Αυτό οδήγησε στη διαφοροποίηση της οικονομίας.Μετά την ανεξαρτησία της χώρας, ιδρύθηκαν στη Ντάκα πολλά δημόσια και ιδιωτικά κολέγια και πανεπιστήμια, που προσφέρουν πτυχία και μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών. Το κρίκετ και το ποδόσφαιρο είναι τα δύο δημοφιλέστερα αθλήματα στη Ντάκα, όπως και στο υπόλοιπο Μπανγκλαντές. Στην Ντάκα έγινε ο πρώτος επίσημος αγώνας κρίκετ ανάμεσα στις εθνικές ομάδες του Πακιστάν και της Ινδίας (1954). . Στη δεκαετία του 1960 υπήρχαν κυρίως ναυπηγεία μικρών πλοίων, εργοστάσια κατεργασίας γιούτας (της τροπικής ψάθας), βιοτεχνίες και κοσμηματοποιία.
Σημερινός δήμαρχος (2009) είναι ο Sadeque Hossain Khoka. Κατά τον 17ο αιώνα η πόλη ήταν γνωστή και ως Τζαχανγκίρ Ναγκάρ. Η περιοχή της οδού Baily, γνωστή ως Natak Para (= «Θεατρογειτονιά»), είναι το κέντρο της ζωηρής θεατρικής κίνησης της Ντάκα.
Μετά τον διαχωρισμό της Ινδικής χερσονήσου σε ανεξάρτητα κράτη το 1947, η Ντάκα έγινε η πρωτεύουσα του Ανατολικού Πακιστάν. Συνολικά η πόλη έχει 130 δημοτικά διαμερίσματα και 725 συνοικίες. Η ελεύθερη γη χαρακτηρίζεται από πλούσια τροπική βλάστηση και υγρό χώμα.
Ο Islam Khan υπήρξε ο πρώτος Μουγκάλ διοικητής της Ντάκα Κατά την Απόσχιση της Βεγγάλης του 1905, η Ντάκα ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα του νέου κράτους «Ανατολική Βεγγάλη και Ασσάμ», αλλά η Βεγγάλη επανενώθηκε το 1911. Η πόλη βρίσκεται μέσα στη ζώνη των μουσώνων με μέση ετήσια θερμοκρασία 25 °C και μηνιαίες μέσες μεταξύ 18 °C τον Ιανουάριο και 29 °C τον Αύγουστο.
Οι Daily Star και The Independent είναι οι μεγαλύτερες αγγλόφωνες ημερήσιες εφημερίδες που τυπώνονται στην πόλη. Τα δίκυκλα και αυτοκινούμενα αμαξάκια ρίκσο αποτελούν το κυριότερο μέσο μεταφοράς των κατοίκων στην πόλη, με περίπου 400.000 ρίκσο να κυκλοφορούν κάθε μέρα, ο μεγαλύτερος αριθμός από οποιαδήποτε άλλη πόλη του κόσμου. Η Ντάκα διαθέτει 1.868 km ασφαλτοστρωμένων δρόμων. Το Bakarkhani της Ντάκα αποτελεί το παραδοσιακό φαγητό-μεζέ στην παλιά πόλη: διάσημο για τη γεύση και την ποιότητά του, ήταν περιζήτητο στην αυτοκρατορική αυλή των Μουγκάλ στο Δελχί. Παρά την αυξανόμενη δημοφιλία της δυτικής μουσικής και των ροκ συγκροτημάτων, η παραδοσιακή δημοτική μουσική του Μπανγκλαντές παραμένει αγαπητή.
Σύμφωνα με τον ιστοτόπο CityMayors Statistics, το ακαθάριστο προϊόν της Ντάκα το 2008 καταγράφηκε στα 92 δισεκ. Η ουρντού ομιλείται από μέλη αρκετών εθνικών μειονοτήτων, όπως είναι οι Μπιχάρι. Το Ισλάμ είναι η θρησκεία της πλειονότητας των κατοίκων, σουνιτών κυρίως με όχι αμελητέες μειονότητες σιιτών και Αχμάντι.
Το Κολέγιο της Ντάκα είναι το παλαιότερο ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα της πόλεως και από τα παλαιότερα στις βρετανικές Ινδίες (έτος ιδρύσεως 1840). Ιστορικά η Ντάκα είναι γνωστή ως «η Πόλη των Τζαμιών» και η πατρίδα του εκλεκτού υφάσματος μουσελίνα, που έχει μεγάλη εθνική σημασία.
Η Ντάκα είναι μία από τις μεγαλύτερες πόλεις της Νότιας Ασίας. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η Ντάκα γνώρισε τον εκσυγχρονισμό των μεταφορών, των τηλεπικοινωνιών και των δημόσιων έργων.
Η Durga Puja, προς τιμή της θεάς Ντούργκα, είναι η σημαντικότερη ινδουιστική γιορτή στην πόλη, ενώ οι μουσουλμανικοί εορτασμοί των Eid ul-Fitr και Eid ul-Adha οδηγούν εκατομμύρια πιστούς στα τζαμιά. Εκτός από τη μπανγκλαντεσιανή κουζίνα και τις παραλλαγές της νότιας Ασίας. δολάρια.
Ο Ινδουισμός είναι η δεύτερη σε πιστούς θρησκεία στην πόλη, ενώ μικρότερες κοινότητες είναι Χριστιανοί και Βουδιστές. Είναι κτισμένη στις όχθες του ποταμού Μπουριγκάνγκα, σε γεωγραφικό πλάτος 23° 42΄ βόρειο και γεωγραφικό μήκος 90° 22΄ 30΄΄ ανατολικό.
Η αγγλική ομιλείται επίσης ως δεύτερη γλώσσα από μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Σχεδόν 80% της μέσης ετήσιας βροχοπτώσεως των 1.854 mm πέφτει το καλοκαίρι (από τον Μάιο ως τον Σεπτέμβριο). Η αυξανόμενη ατμοσφαιρική και ποτάμια ρύπανση που προκαλούνται από την κυκλοφοριακή συμφόρηση και τα βιομηχανικά απόβλητα αντιστοίχως αποτελούν σοβαρά προβλήματα που επηρεάζουν τη δημόσια υγεία και την ποιότητα της ζωής στην πόλη. Ο δήμος της Ντάκα ιδρύθηκε την 1 Αυγούστου 1864 και αναβαθμίσθηκε σε municipal corporation το 1978.
Σε όλο τον προηγούμενο αιώνα, η πόλη προσέλκυε μεγάλους αριθμούς ανθρώπων της υπαίθρου που έρχονταν να βρουν εργασία. Είναι η έδρα του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Μπανγκλαντές και του Ανωτέρου Δικαστηρίου της Ντάκα.
δολάρια, με ετήσιο ρυθμό αυξήσεως 7,6%, ώστε το εκτιμώμενο ακαθάριστο προϊόν για το έτος 2020 να υπολογίζεται σε 160 δισεκ. Αποτελείται από 8 κύριους δήμους («θάνες»), τους Dhanmondi, Kotwali, Motijheel, Paltan, Ramna, Mohammadpur, Sutrapur και Tejgaon, καθώς και 16 «βοηθητικούς» (τα Gulshan, Lalbagh, Mirpur, Pallabi, Shah Ali, Turaag, Sabujbagh, Dhaka Cantonment, Demra, Hazaribagh, Shyampur, Badda, Kafrul, Kamrangir char, Khilgaon και Uttara).
Είναι πεδινή και βρίσκεται κοντά στο επίπεδο της θάλασσας, πράγμα που κάνει τη Ντάκα επιρρεπή σε πλημμύρες κατά την εποχή των μουσώνων, εξαιτίας των ισχυρών βροχοπτώσεων και της ανόδου της θαλάσσιας στάθμης από τους κυκλώνες. Το κλίμα της Ντάκα είναι τροπικό, θερμό και υγρό. Μετά τον διαχωρισμό της Ινδικής χερσονήσου σε ανεξάρτητα κράτη το 1947, η Ντάκα έγινε η πρωτεύουσα του Ανατολικού Πακιστάν και αργότερα, το 1972 η πρωτεύουσα του ανεξάρτητου Μπανγκλαντές. Σήμερα η Ντάκα αποτελεί το κέντρο της πολιτικής, πολιτιστικής και οικονομικής ζωής του Μπανγκλαντές.
Η σύγχρονη πόλη αναπτύχθηκε κυρίως υπό τη βρετανική διοίκηση τον 19ο αιώνα και σύντομα αναδείχθηκε στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη στη Βεγγάλη μετά την Καλκούτα. Ο πληθυσμός της κυρίως πόλεως είναι 6.737.774, η έκτασή της μόλις 153,84 τετραγωνικά km και η πυκνότητα πληθυσμού 43.797 κάτοικοι ανά τετρ.km.
Η πόλη προσελκύει μεγάλες ξένες επενδύσεις και περισσότερο εμπόριο, ενώ αποτελεί προορισμό για πολλούς εσωτερικούς μετανάστες. Η ύπαρξη οικισμών στην περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα κτισμένη η Ντάκα ανάγεται στον 7ο αιώνα μ.Χ. Αποτελούσε επαρχιακή πρωτεύουσα και κέντρο του παγκόσμιου εμπορίου μουσελίνας.
Το ετήσιο κατά κεφαλή εισόδημα στην πόλη εκτιμάται σε 3600 δολάρια. To Χρηματιστήριο της Ντάκα και οι περισσότερες από τις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες στη χώρα (Citigroup, HSBC, Standard Chartered Bank, Unilever, Nestle) εδρεύουν επίσης στην πόλη. Η περιοχή ανήκε στο βουδιστικό βασίλειο Καμαρούπα και στην Αυτοκρατορία Πάλα πριν περάσει υπό τον έλεγχο της ινδουιστικής Δυναστείας Σένα τον 9ο αιώνα Η ανάπτυξη δήμων και μία σημαντική αύξηση του πληθυσμού ήρθαν μετά την ανακήρυξη της πόλεως ως πρωτεύουσας της Βεγγάλης το ίδιο έτος.
Το ανάκτορο Bangabhaban υπήρξε διαδοχικά η επίσημη κατοικία του Βρετανού Αντιβασιλέως των Ινδιών, του κυβερνήτη του Ανατολικού Πακιστάν και σήμερα του Προέδρου του Μπανγκλαντές. μεγάλη ποικιλία δυτικών και κινέζικων φαγητών προσφέρεται σε πολλά εστιατόρια.
Τα ιστορικά μνημεία της Ντάκα περιλαμβάνουν και τα Ανάκτορα Μπάρα Κάτρα, το φρούριο Λαλμπάγκ, το Χοσενί Νταλάν και τον Ahsan Manzil. Για να καταπολεμήσει το αυξανόμενο κυκλοφοριακό πρόβλημα και την αύξηση του πληθυσμού στην πρωτεύουσα, η κυβέρνηση έχει θέσει σε ισχύ μέτρα για την αστικοποίηση των γύρω περιοχών, όπως τη φοροαπαλλαγή για δεκαετία επί της κατασκευής κάθε είδους κτηρίων και εγκαταστάσεων έξω από τη Ντάκα. Η Ντάκα είναι πάνω απ όλα η εμπορική καρδιά του Μπανγκλαντές. Το λιμάνι Σανταργκάτ στον ποταμό Μπουριγκάνγκα και το Διεθνές Αεροδρόμιο Ζία, το μεγαλύτερο της χώρας, συμπληρώνουν την εξυπηρέτηση των μεταφορών της Ντάκα. Η Ντάκα έχει τα περισσότερα σχολεία, κολέγια και πανεπιστήμια από κάθε άλλη πόλη του Μπανγκλαντές.
Μετά την ταχεία πληθυσμιακή αύξηση η δύναμη της αστυνομίας αυξήθηκε στις 23.000 σε 33 αστυνομικά τμήματα και η δημιουργία άλλων 18 τμημάτων έχει δρομολογηθεί. Η πόλη διαιρείται σε 10 εκλογικές περιφέρειες. Τα τελευταία χρόνια, η ανάδυση του φανατικού ισλαμισμού έχει προκαλέσει περιστατικά θρησκευτικής βίας. Η Ντάκα έχει αξιόλογη πολιτιστική ζωή.
Το Baitul Mukarram, με σχέδιο που θυμίζει την Καάμπα στη Μέκκα, είναι το εθνικό τζαμί. Παρότι οι υποδομές της είναι οι πιο αναπτυγμένες στη χώρα, είναι μία μητρόπολη που παλεύει με προβλήματα όπως η ρύπανση, το κυκλοφοριακό και η έλλειψη υπηρεσιών ικανών να εξυπηρετήσουν τον αυξανόμενο πληθυσμό.
Κατέχει το υψηλότερο ποσοστό εγγράμματων (72,3%) και την πλέον διαφοροποιημένη οικονομία από όλες τις πόλεις της χώρας. Οι παλαιοί κάτοικοι στην παλιά πόλη είναι γνωστοί ως Dhakaia και έχουν ξεχωριστή διάλεκτο και κουλτούρα.
Πολλές σχολές και κολέγια διοργανώνουν τότε φεστιβάλ και κοντσέρτα στα οποία συμμετέχει ο γενικός πληθυσμός. Η πιο συνηθισμένη ενδυμασία για τις γυναίκες είναι το σάρι ή το σαλβάρι, ενώ οι άνδρες προτιμούν πλέον την ευρωπαϊκή ενδυμασία από το παραδοσιακό lungi. Η ανάπτυξη του εμπορίου και της βιομηχανίας, ακολουθούμενη από τον πληθυσμό, αυξήθηκαν ραγδαία κατά τις επόμενες δεκαετίες, πράγμα που δημιούργησε παραπέρα προκλήσεις για την ανάπτυξη των υπηρεσιών και των υποδομών. Ο τροπικός κυκλώνας Μπόλα του 1970 κατέστρεψε μεγάλο μέρος της περιοχής, σκοτώνοντας μισό εκατομμύριο ανθρώπους.
Μαζί με τη μητροπολιτική της περιοχή έχει πληθυσμό 12.295.728 κατοίκους (το 2007, η μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη του Μπανγκλαντές). Πάνω από τη μισή Ντάκα πλημμύρισε και εκατομμύρια άνθρωποι εγκαταλείφθηκαν αβοήθητοι Η Ντάκα βρίσκεται στο νοτιοκεντρικό Μπανγκλαντές, στην ανατολική όχθη του ποταμού Μπουριγκάνγκα, κλάδου του Δέλτα του Γάγγη.
Αυτή η περιοχή σχετίζεται και με την αναγέννηση του τζαμντανί, εξαιτίας των πολλών υφασματοπωλείων που εμπορεύονται αυτά τα παλαιά χειροποίητα παραδοσιακά σάρι των Μπενγκάλι. Τα τελευταία χρόνια πολλοί ιδιωτικοί ραδιοσταθμοί στα FM ιδρύθηκαν στην Ντάκα, όπως τα Radio Foorti FM 88,0, Radio Today FM 89,6, Radio Amar FM 101,6 και ABC Radio FM 89,2. Το κτήριο Jatiyo Sangshad Bhaban, σχεδιασμένο από τον διάσημο αρχιτέκτονα Λούις Καν, στεγάζει το κοινοβούλιο του Μπανγκλαντές.
Εκτός από την κρατική τηλεόραση, που εκπέμπει προγράμματα στη μπενγκάλι και στην αγγλική, υπάρχουν δημοφιλείς σταθμοί καλωδιακής και δορυφορικής τηλεοράσεως, όπως οι Ekushey Television, Channel I, ATN Bangla, RTV, NTV και STAR TV. Οι εφημερίδες της Ντάκα με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία είναι οι Prothom Alo και Ittefaq και γράφονται στη γλώσσα μπενγκάλι.
Η πόλη γνώρισε τότε ελάχιστα βίαια επεισόδια. Μετά την ανεξαρτησία του Μπανγκλαντές το 1971, η Ντάκα έγινε η πρωτεύουσα του νέου κράτους (στις 16 Δεκεμβρίου).
Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού μιλά την εθνική γλώσσα μπενγκάλι, κάποιοι με τοπικές διαλέκτους Chittagonian και Sylheti. Μεγάλο μέρος του ινδουιστικού πληθυσμού της μετανάστευσε στην Ινδία, ενώ πολλοί Μουσουλμάνοι εγκαταστάθηκαν στην πόλη.
Κατ αρχή, οι μεγαλόπρεποι ετήσιοι εορτασμοί των εθνικών επετείων (Ημέρα Ανεξαρτησίας του Μπανγκλαντές στις 26 Μαρτίου, Ημέρα των Μαρτύρων για τη Γλώσσα στις 21 Φεβρουαρίου και Ημέρα της Νίκης στις 16 Δεκεμβρίου) δίνουν ένα τόνο, με δημόσιες τελετές και πορείες σε ολόκληρη την πόλη. Η ιστορία με τη «μικροπίστωση» που έδωσε το Βραβείο Nobel στον Γιουνούς άρχισε στη Ντάκα, όπου τα κεντρικά των Grameen Bank Ο πληθυσμός της Ντάκα αυξάνεται με εκτιμώμενο ρυθμό 4,2% ετησίως, έναν από τους υψηλότερους ανάμεσα στις ασιατικές πόλεις. Οι κάτοικοι της Ντάκα προέρχονται από κάθε γωνιά του Μπανγκλαντές.
Το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο της Ντάκα είναι υπεύθυνο για τη διοίκηση όλων των δημόσιων και των περισσότερων ιδιωτικών σχολείων, με την εξαίρεση των αγγλικών γυμνασίων ( English-medium schools ) και των μουσουλμανικών ιεροδιδασκαλείων (μαντράσες). Η Μητροπολιτική Αστυνομία της Ντάκα (Dhaka Metropolitan Police, DMP) ιδρύθηκε το 1976 με 6.000 προσωπικό σε 12 αστυνομικά τμήματα.
